της Χαράς Κιούση

Σε μια μεσοαστική γειτονιά λευκών με ρατσιστικές προκαταλήψεις, ένας έφηβος μιγάς σκοτώνει μ’ ένα στιλέτο τον πατέρα του. Το δικαστήριο τον καταδικάζει σε θάνατο κι’ η ζωή του εξαρτάται από την κρίση δώδεκα λευκών “θυμωμένων” ενόρκων. Με το που μπαίνουν στην αίθουσα οι πολυπληθείς θεατές ως “13ος ένορκος” ακούγεται η στεντόρεια φωνή της Νένας Μεντή.

Κάθε ένορκος καλείται να διαχωρίσει τα γεγονότα από τις  ενδείξεις και να αποφασίσει λαμβάνοντας υπ’ όψιν αποκλειστικά και μόνο τα στοιχεία της υπόθεσης. Εάν ο ένορκος έχει αιτιολογημένη αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορουμένου, οφείλει να δώσει ψήφο αθώωσης, ακόμη κι’ αν δεν είναι σίγουρος για την αθωότητά του. Ωστόσο η απόφαση απαιτείται να είναι ομόφωνη”.

Ο Reginald Rose συμμετέχοντας ο ίδιος σ’ ένα σώμα ενόρκων, ευαισθητοποιήθηκε σχετικά με την θανατική ποινή, καθώς παραβιάζει το δικαίωμα στην ζωή. Ο κίνδυνος εκτέλεσης αθώων ανθρώπων σ’ ένα σύστημα που δεν είναι αλάθητο, τον ενέπνευσε να γράψει το εξαιρετικά διαχρονικό αυτό έργο, που πραγματεύεται τον ρατσισμό.

Η Κωνσταντίνα Νικολαΐδη, που εκτός από την σκηνοθεσία, μετέφρασε σε ζωντανή γλώσσα και επεξεργάστηκε δραματουργικά το κείμενο, έστησε μιαν άψογη παράσταση. Διατηρώντας θεατρικά την εποχή που γράφτηκε, κατορθώνει να κορυφώσει την ένταση και το ενδιαφέρον των θεατών, που παρακολουθούν σε απόσταση αναπνοής τους δώδεκα ηθοποιούς. Οι παλμοί ανεβαίνουν μέσα σε μια κλειστή αίθουσα, ένα δωμάτιο όπου ένα παράθυρο κι’ ένας μικρός ανεμιστήρας δροσίζει το έντονο συναίσθημα.

Ένα ξύλινο παλιό οβάλ τραπέζι και καρέκλες αντίστοιχης εποχής δεσπόζουν στον χώρο. Ένα ρολόι στον τοίχο μετρά τον εξαντλητικό χρόνο, ενώ ένα WC γίνεται τόπος ολιγόλεπτης διαφυγής για κάποιους από τους ήρωες. Ο φωτισμός ακολουθώντας τις ψυχολογικές τους διακυμάνσεις, ενισχύει κι’ ενδυναμώνει το αμφιλεγόμενο κλίμα. Οι ηθοποιοί με κοστούμια που εκφράζουν την ταυτότητα του κάθε ενόρκου, προσεγμένα ως την παραμικρή τους λεπτομέρεια, κινούνται περιορισμένα δίνοντας την αίσθηση ότι είναι παγιδευμένοι. Ωστόσο η ένταση εκδηλώνεται λεκτικά, παραβιάζονται οι αποφάσεις ασφαλείας, κι’ οι πιο θερμόαιμοι κοντεύουν να πιαστούν στα χέρια.

Οι ηθοποιοί ανεβάζουν ψηλά το πολυσήμαντο έργο με τις ερμηνευτικές τους προκλήσεις, αποτέλεσμα βέβαια συλλογικής ρωμαλέας δουλειάς. Δώδεκα άγνωστοι μεταξύ τους άνδρες – ένορκοι απεικονίζονται δραματουργικά από το χειμαρρώδες ταλέντο των ηθοποιών. Ο αθέατος κόσμος των χαρακτήρων τους και κάθε προσωπική  κατάσταση συγκρούονται με την μεγάλη ευθύνη της ετυμηγορίας. που θα αθωώσει ή θα καταδικάσει σε θάνατο ένα δεκαεξάχρονο  αγόρι.

Στην παράσταση η προκατάληψη, ο κυνισμός, η αναισθησία, παλεύουν με την ευαισθησία και τον πανανθρώπινο πόνο. Ο απόλυτος εγωισμός, η πρόκληση, η απονεκρωμένη συνείδηση, η αλλοτρίωση κι’ η παραπλάνηση με την με την ειλικρίνεια και την αντοχή, την ατομική ευθύνη και την ηθική ανάγκη  για δικαιοσύνη.Το γενικό με το προσωπικό. Η νομική αμφιβολία με το αδιέξοδο, που γίνεται αιτιολογημένη αμφιβολία.

Θέλω ν’ αναφερθώ ιδιαίτερα στις εξαίρετες ερμηνείες του Κ. Αρζόγλου, ένορκος Νο.9, του Γ. Γιαννόπουλου Νο.10, του Κ. Τριανταφυλλόπουλου Νο.3, του Β. Παλαιολόγου Νο.4, του Α. Πέρρου Νο.7 και του Χ. Στυλιανού Νο.8 που πρώτος έθεσε ψήφο αθώωσης. Ανοίγοντας έτσι μια κλίμακα διαδικασιών με γνώμονα τον στοχασμό, την παρατήρηση, την επιχειρηματολογία και την πειθώ. Η παράσταση αξίζει κάθε έπαινο.

Διαβάστε την κριτική στο Ladylike.gr